​Μια κοινωνία, για να μπορέσει να επιβιώσει, χρειάζεται παιδεία και νόμους. Οταν εκλείπει το ένα από τα δύο, τότε η κοινωνία μετατρέπεται σε «ζούγκλα», είτε εντός είτε εκτός εισαγωγικών.

Η αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι η κατάσταση που επικρατεί εδώ και καιρό στην πλατεία Συντάγματος, η οποία, όπως φαίνεται, δεν φείδεται τρόπων για να υποβαθμίζεται συνεχώς. Μετά την υποβάθμισή της με τις καταστροφές από τις κατά καιρούς «συναθροίσεις», μετά την υποβάθμισή της από την εγκατάλειψή της χωρίς επισκευές μετά τα επεισόδια―μέχρι να κινηθούν ως από μηχανής θεοί οι ιδιώτες και να την αποκαταστήσουν, ήρθε και η μετατροπή της σε πάρκινγκ. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα παντού. Ειδικά το κομμάτι με το μεγάλο πεζοδρόμιο, στην πλευρά του υπουργείου Οικονομικών, το πάρκινγκ πια έχει καθιερωθεί. Μάλιστα, τώρα γίνεται και με ασφάλεια, μιας και 10 μέτρα πιο μακριά, στην αρχή της οδού Ερμού, περιπολικά αλλά και μοτοσικλετιστές της Αστυνομίας «σφυρίζουν» μάλλον αδιάφορα, χωρίς να τους ενδιαφέρει να επιβάλουν στοιχειωδώς τον νόμο. Ισως το σημείο που είναι παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα να τους «εμποδίζει», θεωρώντας ίσως κρατικά τα αυτοκίνητα που παρκάρουν κάτω από το ΥΠΟΙΚ, άρα «και τι να κάνουμε τώρα εμείς, μην μπλέξουμε» και άλλα γνωστά επιχειρήματα νεοελληνικής εφεύρεσης.

Βέβαια η αδιαφορία δεν υπάρχει παντού, καθώς μπορεί, για παράδειγμα, να πάρει κλήση για παράνομο παρκάρισμα οδηγός που παρκάρισε το αυτοκίνητό του σε θέση «μονίμου κατοίκου» στην πλατεία Καρύτση, Τετάρτη βράδυ. Οι θέσεις αυτές ασφαλώς έχουν δημιουργηθεί περισσότερο για τους εργαζόμενους ή ιδιοκτήτες καταστημάτων, διότι δεν νομίζουμε να υπάρχουν τόσοι μόνιμοι κάτοικοι στην πλατεία που να χρειάζονται τόσες θέσεις. Οπότε Τετάρτη βράδυ που τα καταστήματα είναι κλειστά, μένουν ελεύθερες. Εκεί όμως είναι πιο πιθανό να επέμβει το άμεμπτο χέρι του νόμου, παρά στην πλατεία Συντάγματος. Οπου, παρεμπιπτόντως, έχουμε δει ακόμη και ολόκληρα φορτηγά να μπαίνουν και να παρκάρουν μέσα στην πλατεία, όταν πρόκειται να γίνει εκεί μια εκδήλωση.

Η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας επέτεινε το πρόβλημα της παραβατικότητας σε όλες της τις εκφάνσεις, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά σε όλους τους δήμους. Οι υπηρεσίες που την αντικατέστησαν ασφαλώς και δεν μπορούν να αναλάβουν το βάρος της δουλειάς που πρέπει να γίνεται. Από την άλλη, η ΕΛ.ΑΣ. δείχνει να αδιαφορεί για τέτοια «μικροπράγματα» όπως είναι η παράνομη στάθμευση, εκτός βέβαια κι αν κληθεί τηλεφωνικά από κάποιον «παραπονούμενο» ή πάει «συστημένη» κάπου. Πιο παλιά, για παράδειγμα, περιπολικό της Αστυνομίας ερχόταν έξω από το The Mall, «έγραφε» για ένα μισάωρο τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα στα πεζοδρόμια και έφευγε, αδιαφορώντας τόσο για τους παράνομους μικροπωλητές λαθραίων αντικειμένων που γεμίζουν την είσοδο του σταθμού της Νεραντζιώτισσας όσο και για όσα αυτοκίνητα έρχονταν μετά την αποχώρηση του περιπολικού. Δηλαδή, κάποιοι κάνουν λάθος τη δουλειά τους: λειτουργούν υπέρ ενός μέρους της ελληνικής κοινωνίας που και παιδεία δεν έχει και την ατιμωρησία εκμεταλλεύεται, και εις βάρος του μέρους της κοινωνίας που έχει την παιδεία και προσπαθεί να λειτουργήσει ακόμη τηρώντας τους νόμους που δεν δείχνουν διατεθειμένοι να περιφρουρήσουν ούτε καν οι ίδιοι της οι «φύλακες».

Γι’ αυτό λοιπόν δεν θα ψέξουμε τόσο τους παρανομούντες, αλλά όσους δεν φροντίζουν να τηρείται ο νόμος. Διότι κανείς λαός δεν γεννήθηκε πολιτισμένος και με παιδεία, αλλά διδάχθηκε. Και στη διδαχή του νόμου υπάρχει και η επιβολή τιμωρίας όταν κάποιοι τον παραβαίνουν. Εκτός αν στην Ελλάδα φροντίζουμε πια να μην τηρούμε τους νόμους για να δείχνουμε… προοδευτικοί.

Πηγή: Καθημερινή (έντυπη έκδοση)